Sunday, October 15, 2017

Εξωτερική Μονόλογη

-Λοιπον ακου τι θα κάνουμε....
-Ωπα! Απο που εμφανίστηκες πάλι εσύ; Υπάρχεις ακόμα;;;
-Σκάσε κι άκου! Βεβάιως υπάρχω και το ξέρεις πολύ καλά. Ακού εκεί "υπάρχεις ακόμα;" 
-Μα...
-Σκάσε είπα! Θα ακούς μόνο, δεν θα μιλάς. Μέχρι να σου πω εγώ.
-Μάλιστα.
-Μαλλιά και κουβάρια! Το λοιπόν, έλεγα: Ακου τι θα κάνουμε. Θα πάμε σπίτι, θα ανοίξουμε το λάπτοπ, θα βάλουμε αλκόολ, θα καπνίσουμε 42 φυτείες καπνό και θα γράψουμε μαζί ενα κείμενο. Στο μπλόγκ. Όπως παλιά.
-Δεν έχουμε φιλτράκια...
-Στον πούτσο σου! Θα τα κάνουμε άφιλτρα. Ή θα πας μέχρι το περίπτερο να πάρεις.
-Βαριέμαι, δεν βγαίνω έξω τώρα...
-Αφιλτρα ιτ ιζ λοιπόν. Στο θέμα μας τώρα.
-Ποιο είναι το θέμα μας; 
-Εσυ ηλίθιε! Εγω. Εμεις! H ζωή, το σύμπαν και τα πάντα!
-42
-Σκάσε ηλίθιε, πουλάς και πνέυμα. Τα πράγματα είναι σοβαρά. Ναι, 42 μαλάκα! 42 θα είσαι σε 7 χρονία. Νομίζεις είναι πολλά 7 χρόνια; Και μέσα σε αυτά τα 7 χρόνια θα έχεις καταφέρει να φτιάξεις τη ζωή σου έτσι όπως την ονειρευόσουν; Θα έχεις καταφέρει να φέρεις όλες τις παραμέτρους που την επηρεάζουν στην επιθυμητή τιμή, θα έχεις καταφέρει να ορίσεις όλες τις μεταβλητές. Να στο πω πιο λιανά, θα έχεις αγγίξει την τελειότητα; θα έχεις βιώσει την ευτυχία; Γιατί τώρα παπάρια.
-Βαριές κουβέντες κι είναι αργά; Μήπως να πάμε για ύπνο;
-Οχι θα κάτσεις να τ'ακούσεις. Μόνο κοιμάσαι πια, δεν κάνεις τίποτα άλλο. 
-Αφου είμαι κουρασμένος από την δουλεια, δεν φταίω εγω.
-Ακυρο το επιχείρημα, γεννήθηκες κουρασμένος. Επίσης να σου θυμίσω ότι κάποτε ξενυχτούσες ολο το βράδυ και πήγαινες σερί στη δουλειά.
-Κάποτε ήμουν νέος, τώρα...
-Τώρα τι; είσαι γέρος; Για πες το σε έναν πενηντάρη αυτό. Σε έναν εξηντάρη. Σε έναν εβδομηντάρη. Τολμάς;;
-Οχι ρε παιδί μου, δε λέω ότι είμαι γέρος, άλλα όπως και να το κάνεις οι αντοχές φθίνουν.
-Το μυαλό σου φθίνει. Εκεί είναι οι αντοχές σου. 
- Όπως και να το κάνεις το να ξυπνάς κάθε μέρα 6 το πρωι για να πας στη δουλειά δεν έιναι κι ότι πιο ξεκούραστο και...
-Βαρέθηκα ήδη! Αλήθεια αυτό θές να κάνουμε; Να μιλήσουμε για τη δουλειά σου σε αυτό το πόστ; Για το πως ο κύριος Κακομοίρογλου ξυπνάει κάθε μέρα στις 6 για να πάει στη φάμπρικα; Στα αρχίδια μου! Ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος. Χρειάζεσαι την δουλειά για να έχεις λεφτά να ζεις. Να ΖΕΙΣ όμως μαλάκα μου, όχι να κοιμάσαι! Είμαι ο Τρυποκάρυδος! Δεν με αγγίζουν αυτά! 
-Δε μου λες κύριε Τρυποκάρυδε... Ηπιαμε δυο ποτάκια, κάναμε κεφάλι και θυμηθήκαμε να κάνουμε την επανάσταση μας 4 τα ξημερώματα; Δε μας παρατάς λέω εγω; Που ήσουνα τόσο καιρό;
-Εκεί που με είχες καταχωνιάσει ρε τριμάλακα! Στα πιο σκοτεινά σοκάκια του υποσυνείδητού σου. Και ναι ήπιαμε δυο ποτάκια και αναδυθήκαε στην επιφάνεια. Τι ζόρι τραβάς; Συνδέσου λίγο με τον εγκέφαλό σου. Πως νιώθεις; Το αισθάνεσαι αυτό το μούδιασμα; Αυτό που αισθάνεσαι είναι η πραγματικότητα. Οκ το τζίν δεν είναι όσο ενθεογόνο όσο το πεγιότ και το αγιαχουάσκα αλλά την προκειμένη περίπτωση την έκανε τη δουλειά του. Με ξύπνησε από το λήθαργο. Αυτό το μούδιασμά, λοιπόν είναι η πραγματική και γνήσια επαφή σου με τον κόσμο και το σύμπαν. Για να σου δώσω να καταλάβεις, είναι σαν να ζεις όλη σου τη ζωή  και την καθημερινότητα κλασμένος και μόνο όταν πίνεις ξυπνάς και αντιλαμβάνεσαι πραγματικά τι συμβαίνει.
-Σαν το bubble που μπάιναμε κάθε φορά που τσακιζόμασταν στους μπάφους τότε με τα παιδιά στις Βρυξέλλες...Τι μου θύμισες τώρα...;
-Ακριβώς ρε μαλάκα! Ήσουν χαρούμενος τότε; Πέρναγες καλά;
-Ναι ρε φίλε, πέρναγα τέλεια. ήμουν...χαρούμενος *χαμογελο σχηματίζεται ασυναίσθητα στα χείλη του*
-Και τώρα; Τώρα είσαι χαρούμενος;
-Νταξ...Καλά είναι.
-Ρε μπαγλαμα! Είσαι χαρούμενος ή δεν είσαι;
-Νταξει μωρέ, δύσκολη ερωτηση. Δεν μπορώ να απαντήσω με ένα "ναι" ή ενα "όχι". 
-Αμα δεν μπορείς να απαντήσεις με ένα απλό, ξεκάθαρο και σταράτο"ναι" τότε δεν είσαι φίλε μου...
-...
-Τι ρε μαλάκα;
-Κατ' αρχάς μη με βρίζεις.
-Ότι θέλω θα κάνω. Επίσης εγω ειμαι εσύ, άρα στην ουσία εσύ σε βρίζεις.
-Σωστό... Κατα δέυτερον, η ευτυχία δεν εξαρταται μόνο από εσένα τον ίδιον. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι γύρω σου με τους οποίους αλληλεπιδράς. 
-Παπαριές καμαρωτές! Αν είσαι εσύ ευτυχισμένος, είναι και οι άνθρωποι που σε περιτριγυρίζουν. Ο καθένας ορίζει και κατευθύνει την ευτυχία του. 
-Όχι πάντα. Υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες., 
-Ξεφεύγεις από το θέμα μας όμως...Δεν ρώτησα αν είσαι ευτυχισμένος, δεν είναι η ευτυχία το θέμα μας. Και να σου πω κιόλας, αυτό που λέμε "απόλυτη ευτυχία" ίσως είναι και λίγο πλασματικό. Το καρότο σην άκρη της πετονιάς για να πηγαίνουμε μπροστά. Άλλο σε ρώτησα εγώ. Είσαι χαρούμενος; Χαμογελάς ρε μαλάκα μέσα στην ημέρα σου; Κι αν ναι, πόσες φορές; δύο; πέντε; δέκα; εκατό; Απλά πράγματα, πρακτικά. Κάνεις πράγματα που σε κάνουν να χαμογελάς; Μη μου αρχίζεις τα φιλοσοφικά...
-Δεν ξέρω...Χαμογελάω καμια φορά ναι. 
-Κατάλαβα...Γαμιέσαι στο γέλιο δηλαδή. 
-Ε, όταν δεν αγχώνομαι με τη δουλειά, ή με τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρώσω. ή τα απρόβλεπτα έξοδα που προκύπτουν κάθε λίγο και λιγάκι, όταν δεν σκέφτομαι όλα αυτά...
-Πριν χαμογέλασες...
-Πότε πριν; 
-Πριν που σκέφτηκες τις Βρυξέλλες. Και πιο πριν που γυρνάγαμε σπίτι και είδες το φεγγάρι.
-Ειδες πόσο ΜΕΓΑΛΟ ήταν;!:! Αφου το ξέρεις έχω θέμα με το φεγγάρι...
-Και πιο πριν που σκέφτηκες τον Κωστάκη, πάλι χαμογελασες
-Ναι θα ήθελα να ήταν εδω και να πάω σε ένα μπαράκι να τον βρω και να κάνουμε βλακείες...
-Και πιο πριν που σκέφτηκες τα λαιβάκια με τον Άπο...
-Ναι, να σου πω όμως κάτι; Όλα αυτά έγιναν. Πέρασαν. Πάνε. Ο καθένας παίρνει τον δικό του δρόμο και ζει τη δική του ζωή πια. Και δεν μπορούμε να ζούμε για πάντα στον απόηχο των ωραίων αναμνήσεων μας.
-Δημιούργησε καινούργιες, ξανά. 
-Μπορω; Δεν ξέρω πια...
-Αν δεν ξέρεις εσύ, δεν ξέρει κανείς. 
-Δυσκολα μου βάζεις, Πως θα τα φερω ζάφτι όλα μαζί; Και τη δουλειά και το δάνειο και το ΕΝΦΙΑ και την καλοπέραση και το χαμόγελο...;
-Απλό. Γίνε αυτός που θα ήθελες να είσαι, μην είσαι αυτός που θα σιχαινόσουν.
-Ευκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις; Πώς γίνεται αυτό;
-42
-Γαμιέσαι!
-Το ξέρω. Δεν λέω ότι είναι έυκολο. Λέω όμως ότι γίνεται...
-Παω για ύπνο...
-Στο καλό...
-Και να σου πω...Άυριο που θα ξυπνήσουμε...Τι κάνουμε;
-Δεν ξερω τι θα κάνουμε απο αυριο, πραγματικά. Το πιο πιθανό, αν και με θλίβει τρομακτικά και μόνο η σκέψη, είναι ότι θα συνεχίσεις να κάνεις αυτό που έκανες τόσο καιρό, δηλαδή τίποτα. Ξέρω όμως τι κάναμε σήμερα...
-Τι;
-Γράψαμε...Μετά από τόσο καιρό. Κάθησες στο γαμημένο το λάπτοπ, έβαλες τα δαχτυλάκια σου πάνω στο πληκτρολόγιο και έγραψες ένα κείμενο. ¨οσο για τον πούτσο και να είναι. Για σκέψου το λίγο...
-Νταξει, βοήθησε και το αλκόολ όσο να πεις.
-Άπο αύριο περισσότερο αλκόολ λοιπόν. 
-Sounds like a plan.
-Μην κανεις ανοίγματα. Baby steps...
-OΚ, το 'χω! Θα πούμε τώρα κάτι καλό, έτσι για να κλείσουμε ωραία την ανάρτηση και να ικανοποιήσουμε τους αναγνώστες;
-Το 'χω...



Thursday, October 15, 2015

Το ρολόι έδειχνε 4:44

Τριπ...τριπ...οι σταγόνες πέφτουν. Το ποτήρι της ψυχής γεμίζει, πότε θα ξεχειλίσει όμως; Τριπ..τριπ...  Χα! «το ποτήρι της ψυχής» λέει. Άλλη μια φτιασιδωμένη πρόταση μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσει με το “ψαγμένο” του λεξιλόγιο και το γλαφυρό του ύφος. Η ουσία παραμένει όμως και το ποτήρι, είτε είναι της ψυχής, είτε απλά ένα βρώμικο γεμάτο λεκέδες και άλατα ποτήρι, πρέπει να αδειάσει. Πάει καιρός από τότε που το έκανα αυτό. Γύρισα ελλάδα, όχι για να είμαι ένας από αυτούς που παλεύουν με την μονοτονία και το ψυχοπλάκωμα της κρίσης, αλλά γιατί ήθελα να γυρίσω. Βρήκα δουλειά. Τώρα την έχασα. Τώρα είμαι ένας απο αυτούς που παλεύουν με την μονοτονία και το ψυχοπλάκωμα, ένα από τα «θύματα» της κρίσης. Ούτε κατα διάνοια συγκρίνω τον εαυτό μου με αυτούς που δεν έχουν να ταίσουν τα παιδιά τους, που αυτοκτονούν επειδή δεν αντέχουν άλλο να βλέπουν τα παιδιά τους να λιποθυμάνε από την πείνα στα σχολεία. Αυτοί άλλωστε δεν νομίζω ότι αυτοκτονούν, αυτοί δίνουν σάρκα από τη σάρκα τους κι αίμα από το αίμα τους για να καταφέρουν να τα ταίσουν άκομα μια μέρα. Δεν είμαι από αυτούς. Δεν είμαι τόσο δυνατός μάλλον. Είμαι από τους άλλους, αυτούς που κάθονται όλη μέρα και κλαινε τη μιζέρια τους. Υπερβάλλω;  Ίσως. Είναι κι η υπερβολή ένας τρόπος αντίδρασης υποθέτω. Κάτι πρέπει να κάνω. Κάτι άλλο εκτός από το να κοιμάμαι ως το μεσημέρι και να παραπονιέμαι ότι δεν με φωνάζει κανένας για συνέντευξη, όσα βιογραφικά κι αν έχω στείλει.

Friday, April 3, 2015

"Κομματάκια" (τεύχος 1ο)

Ο τίτλος είναι κλεμμένος -φυσικά- και αφιερωμένος -φυσικότερα. Το θύμα της υποκλοπής δεν το γνωρίζει και μάλλον δε θα το μάθει ποτέ (είναι ο Βαγγέλης ο Ραπτόπουλος). Ο παραλήπτης της αφιέρωσης και θα το δει και θα το αναγνωρίσει και θα το εκτιμήσει. 

Κάθομαι στην δουλειά, δεν έχω κάτι σπουδαίο να κάνω σήμερα, λείπει και το αφεντικό. Εδώ και μέρες με τρώει το σαράκι κάτι να γράψω. Έχω πολύ καιρό να γράψω. Θυμάμαι ότι μου αρέσει να γράφω. Κι όσο το θυμάμαι τόσο πιο πολύ θέλω να πιάσω το πληκτρολόγιο στα χέρια μου. Οι τελευταίοι μήνες, μπορεί και χρόνος έχουν υπάρξει τα πάντα εκτός από παραγωγικοί για μένα όσον αφορά αυτή τη πτυχή του εαυτού μου. "Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη". Η δουλειά σκοτώνει την έμπνευση θα πω εγω, την οποία ακόμη κι αν έχεις, σου λείπει ο χρόνος για να την μετουσιώσεις σε κάτι. Οτιδήποτε, δεν χρειάζεται να είναι κάτι φαντασμαγορικό. Κι όταν παρ' ελπίδα βρεις τον χρόνο, ένα νεκρό απογευμα που δεν έχεις κάποια από τις εκατομμύρια δουλειές σου να κάνεις, δεν έχεις την όρεξη...Η δουλειά σκοτώνει την έμπνευση.
Κάνω μια βόλτα στην λεωφόρο των αναμνήσεων και ξανασυστήνομαι με τον εαυτό μου. Τον παλιό εώς και πρόσφατο εαυτό μου. Όχι μην ανησυχείτε, δεν καταρρίφθηκε η θεωρία που λέει ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Απλά κάποιες φορές τυχαίνει οι απόψεις, τα συναισθήματα και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο τα εκφράζεις να αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Για παράδειγμα εγώ, ο συγγραφέας -μόνο περιστασιακά κι όχι κατ' επάγγελμα- κάποια πράγματα που έγραψα στο παρελθόν δεν θα τα έγραφα ποτέ τώρα, και κάποια άλλα θα τα έγραφα τελείως αλλιώς. Με άλλο ύφος και ενδεχομένως άλλο λεξιλόγιο. Παρ' όλα αυτά, είναι κομμάτι του εαυτού σου. Τα έχεις γράψει και δε μπορείς (και δεν πρέπει) να τα απαρνηθείς όσα κοκκόρια κι αν λαλήσουν. Εν πάση περιπτώσει, έχει ενδιαφέρον να βλέπεις την εξέλιξη του εαυτού σου μέσα από τα γραπτά σου. Αν ζωγράφιζα, ίσως το έβλεπα από τις ξωγραφιές μου, αλλά εγω με την ζωγραφική έχουμε μακρινή και εξ αγχιστείας συγγένια. 

Tuesday, March 18, 2014

Τα μαγαζιά εκείνα...

Κυριακή βράδυ. Χαλαρό  ποτό στα Πετράλωνα. Έτσι ξεκίνησε τουλάχιστον...

Το ποστ αυτό δεν είναι για εκείνα τα μαγαζιά. Είναι για έναν άνθρωπο. Που βρέθηκε σε ένα από εκείνα τα μαγαζιά. Τυχαία, το μαγαζί στο οποίο βρισκόμασταν κι εμείς. Κι είχαμε την τύχη να τον συναντήσουμε και να ταξιδέψουμε πλάι του για ένα απειροελάχιστο κλάσμα του αχανούς χωροχρόνου, για κάποια λεπτά της ώρας, ίσως και μια ώρα ολόκληρη, για όσο διαρκούν μερικά τραγούδια. Ας τα πάρω όμως από την αρχή. Και για να το κάνω αυτό, αναγκαστικά θα κάνω δυσφήμιση σε ένα μαγαζί και διαφήμιση σε ένα άλλο. Αν και αυτό δεν είναι καθόλου ο σκοπός μου.

Saturday, July 6, 2013

Το αυτοκίνητο που μιλάει λέμε!

Θέλω να γράψω. Δεν ξέρω τι, δεν ξέρω πώς, ξέρω όμως γιατί. Αυτό το τελευταίο ίσως να μην μπορέσω να το πω με λόγια. Απλά ένιωσα αυτή την ανάγκη. Nα γράψω. Να πάρω ένα χαρτί κι ένα μολύβι (τρόπος του λέγειν) και να γράψω. Ίσως επειδή διαβάζω πολύ τον τελευταίο καιρό ("εξωσχολικά" βιβλία φυσικά), ίσως γιατί έχω εξαφανιστεί από την μπλογκόσφαιρα τον τελευταίο καιρό, ίσως γιατί με πιάνουν οι ευαισθησίες μου που έλεγε κι η Καιτούλα η Γαρμπή κάποτε, ίσως γιατί βαδίζω για τα καλά πια στα 30, ίσως γιατί έχω θέμα με τις ορμόνες μου, ίσως έχω περίοδο...δεν ξέρω. Πάντως θέλω να γράψω.

Thursday, March 7, 2013

Το κόκκινο ποδήλατο

Δυό λόγια μόνο πριν ξεκινήσει η ταινία: Αν και το ξέρω ότι τέτοια κείμενα πάνε άκλαφτα συνήθως, θέλω να πω δεν παρεξηγούμαι, εδώ λέω σε δικούς μου ανθρώπους να τα διαβάσουν και βαριούνται, παρ' όλα αυτά για τους λίγους αυτούς που τα διαβάζουν, άλλαξα την γραμματοσειρά γιατί υπήρξαν πολλά παράπονα και απειλές για μηνύσεις, αξίωση αποζημιώσεων για έξοδα οφθαλμίατρου, ψυχικές οδύνες κτλ. Όχι ότι μασάω εγώ από κάτι τέτοια, αλλά είμαι πονόψυχος, πως να το κάνουμε και νοιάζομαι για τα ματάκια σας. Όσο για το μαύρο φόντο, παιδιά, σοβαρευτείτε λίγο. Το μαύρο φόντο είναι το καταλληλότερο για να διαβάζετε βράδυ. Ποιός σας είπε να διαβάζετε τα κείμενα μου μέρα μεσημέρι; Βράδυ τα γράφω, βράδυ θα τα διαβάζετε κι εσείς. Ορίστε μας! Καλή διασκέδαση.

Κόκκινο. Το χρώμα του αίματος. Του υγρού που κυλάει στις φλέβες μας μεταφέροντας την ζωή σε όλα τα σημεία του κορμιού μας. Από κύτταρο σε κύτταρο. Αίμα. Το σπρώχνει βίαια και ασταμάτητα η καρδιά. Η μεγάλη αυτή αντλία που χτυπάει χωρίς σταματημό. Ακούω την δικιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα. Πιο δυνατά. Σαν να θέλει να αποσχιστεί από το υπόλοιπο κορμί μου και να αρχίσει χορεύει έξω στο δρόμο, μόνη της, το χορό του αίματος. Κόκκινο το αίμα, σαν το ποδήλατο. Τώρα θυμάμαι το ποδήλατο. Κόκκινο όπως το  χρώμα του κινδύνου. Το χρώμα του φωτεινού σηματοδότη. Τώρα αρχίζω και θυμάμαι περισσότερα. Το κόκκινο φανάρι, στο οποίο έπρεπε να σταματήσω. Σταμάτησα άραγε; Και ύστερα αυτά τα μάτια. Τα μελιά. Πέρασαν από μπροστά μου μόνο για μια στιγμή. Μου φάνηκαν αιώνες. Και με κοίταξαν με μια θλιμμένη ηρεμία, σαν θάλασσες από μέλι λίγο πριν την καταιγίδα. Και πάνω τους χιλιάδες θαλασσοπούλια έκρωξαν με μια φωνή κι ύστερα σκόρπισαν με μιας σαν κάτι να τα τρόμαξε. Εγώ τα τρόμαξα άραγε;

Thursday, February 14, 2013

Valentine Horror: Κλεμμένες Καρδιές



Ο Μιχάλης βγήκε από το μαγαζί εκσφενδονίζοντας το τσιγάρο στο πεζοδρόμιο με τα δυο του δάχτυλα. Πάντα ένιωθε λίγο πιο "μάγκας" όταν το έκανε αυτό και γι'αυτό κοιτούσε δεξιά κι αριστερά να δει αν τον παρακολουθεί κανείς. Μια γριούλα που περνούσε εκείνη την ώρα κρατώντας μια σακούλα με ψώνια από το σουπερμάρκετ, κοντοστάθηκε δύο βήματα πριν το σημείο που είχε προσγειωθεί το τσιγάρο και τον κοίταξε επιτιμητικά σαν να του λέει "εσείς οι νέοι..." κουνώνταςτο κεφάλι. Εκείνος κοκκίνησε και γύρισε αμέσως από την άλλη. Κατέβασε το στόρι του μαγαζιού με δύναμη, περισσότερη απ'ότι χρειαζόταν γιατί συνήθως κόλλαγε -όχι σήμερα όμως- με αποτέλεσμα να χτυπήσει το χέρι του στο μάρμαρο του σκαλοπατιού. "Γαμώ το σπίτι σου, μπουρδέλο!" φώναξε και η γριούλα που δεν είχε απομακρυνθεί πολύ, γύρισε και τον κοίταξε με το ίδιο επιτιμητικό βλέμμα. Αυτή τη φορά της χαμογέλασε, της είπε "Χρόνια πολλά!" κι έφυγε βιαστικά προς την αντίθετη κατεύθυνση χωρίς να γυρίσει πίσω. Είχε ραντεβού με τους φίλους του, "τα μπακούρια" στην γνωστή πάμπ, για μπύρες. Άλλη μια χρονιά που θα τιμούσαν την παράδοση. 

Ηταν 14 Φεβρουαρίου. Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Η μέρα των ερωτευμένων. Φυσικά ο Μιχάλης δεν πίστευε σε αυτές τις ανοησίες. Γιορτή των ερωτευμένων και μαλακίες. Γιορτή των ανθοπώληδων, των κοσμηματοπολών, των Τζάμπο και οποιουδήποτε τελος πάντων ήταν αρκετά πονηρός και αρκετά καταφερτζής ώστε να βάψει κάτι κόκκινο εκείνη τη μέρα και να το πουλήσει στους "αθεράπευτα ρομαντικούς". Ήταν μια "γιορτή" βιτρίνα, ή καλύτερα καθρέφτης, του άκρατου καπιταλισμού. Το πρόβλημα του όμως δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν μόνο αυτό εν πάσει περιπτώσει. Κάποτε, όταν ήταν μικρότερος, πίστευε στην γιορτή των ερωτευμένων, την γιορτή που εξυμνούσε κι εξύψωνε τον έρωτα. Κι όχι με τον χαζορομαντικό τρόπο που το κάνουν οι περισσότεροι. Να πάρει ένα αρκουδάκι και ένα μπουκέτο λουλούδια στην καλή του, να την βγάλει έξω για φαγητό και ύστερα αχαλίνωτο σεξ, αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας γιατί αύριο δουλεύουμε. Όχι, ο Μιχάλης πίστευε στην αληθινή και αναμφισβήτη, αγνή, καθαρή και ζωογόνα δύναμη του έρωτα. Πίστευε ότι ο έρωτας σε κάνει καλύτερο, σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο καλύτερο. Ο έρωτας είναι το πιο όμορφο συναίσθημα που μπορεί να νιώσει κανείς. Και γι'αυτό οφείλουμε να του αφιερώσουμε μία μέρα το χρόνο. Μία μέρα που θα τον τιμάμε και θα τον γιορτάζουμε. Παρ' όλα τα κιτσαριά, τις κόκκινες καρδούλες και το εμπορικό πανηγύρι που στήνεται πίσω απ' ολα αυτά. Χαλάλι. Ο Μιχάλης πίστευε σε όλα αυτά. Κάποτε. Όχι όμως πια. Ας όψεται η καριόλα...