Wednesday, December 26, 2012

Fourmois 14

Φίλες και φίλοι αναγνώστες, χάθηκα, εξαφανίστηκα, έγινα Λούης, μπουχός, νίντζα, το ξέρω. Σας έλειψα, με αναζητήσατε, διοργανώσατε πορείες και καθιστικές διαμαρτυρίες με αναμμένα κεριά στην πλατεία Συντάγματος μέρα μεσημέρι -έτσι για το ροκ- για πάρτη μου. Το ξέρω. Και σας ευγνωμονώ για  αυτήν σας την ανησυχία και την συμπαράσταση. Με συγκινήσατε βλαμμένα.Τα πλάνα από το ελικόπτερο του ΣΚΑΙ ήταν όντως συγκλονιστικά. Γι'αυτό κι εγώ νιώθω πως σας οφείλω, ως ένα ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης, μια εξήγηση. Μια εξιστόρηση, ένα απντέητ βρε αδερφέ, του τι έκανα τους τελευταίους μήνες. Κι επειδή με ξέρετε -αυτός είμαι δεν μπορώ να αλλάξω- δεν θα το κάνω με τη μορφή στείρας και πεζής αφήγησης γεγονότων, αλλά θα γράψω ένα αρκούντως γλυκανάλατο και συναισθηματικό ποστ. Δικό σας!


Π.Π. (Παράγραφος Παρένθεση)
Αγαπημένοι αναγνώστες, πριν ξεκινήσω αυτήν την γλυκόπικρη δημοσίευση και μας πάρουν τα ζουμιά μαζί με τε γέλια (χαρμολύπη ένα πράμα) να σας πω ότι αμφιταλαντεύτηκα πολύ και για πολλή ώρα -ίσα με 4 λεπτά- όσον αφορά την επιλογή του τίτλου. Αρχικά ήθελα να βάλω ως τίτλο το "Πωλείται όπως έιναι επιπλωμένο" αλλά μου φάνηκε πολύ λαϊκό. Ύστερα διάλεξα το "Τέλος Εποχής" αλλά το απέρριψα επίσης γιατί μου φάνηκε πολύ βαρύγδουπο. Τέλος και για πολύ καιρό επέλεξα τον γκέικο τίτλο "Home sweet home" ο οποίος μου φάνηκε ότι  θα ταίριαζε περισσότερο. Αλλά την τελευταία στιγμή ο τίτλος ο σωστός ήρθε σαν αποκάλυψη μπρος στα μάτια μου. Ήταν εκεί από την αρχή μόνο που δεν τον έβλεπα. Η ανάρτηση αυτή δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει κάποιον άλλο τίτλο. Φουρμουά 14 λοιπόν.

Για όσους θα βιαστούν να ρωτήσουν τι στον πούτσο είναι αυτό το Φουρμουά το 14, σπεύδω να απαντήσω πως είναι η διεύθυνση του σπιτιού μου στις λατρεμένες και μαγευτικές -πλην εξωτικές- Βρυξέλλες. Είναι όμως και πολλά περισσότερα από αυτό. Για μένα και για ορισμένους -λίγους ενδεχομένως αλλά καλούς- φίλους και ανθρώπους που αγαπώ. Μικρή διόρθωση: του πρώην -πλέον- σπιτιού μου. Διότι από τις 19 του Δεκέμβρη του σωτήριου έτους 2000 και 12, ο Τρυποκάρυδος είναι ένας άνθρωπος -ή ένα πουλί, όπως το δει κανείς- χωρίς σπίτι, χωρίς στέγη, χωρίς φωλιά, χωρίς πατρίδα...Είναι ένας περιπλανώμενος γυρολόγος -πλεονασμός το ξέρω-, ένας παραμυθάς του δρόμου, ξένος ανάμεσα στους ξένους, που κάνει νύφη του τον δρόμο, που έχει απεκδυθεί από όλα εκτός από την περηφάνια, που κρατάει μόνο την γνώση και μιλάει το μυαλό του οπουδήποτε, που έχει μεγαλώσει κάτω από τα περιπλανώμενα αστέρια και προσαρμόζεται στο άγνωστο. Για μισό λεπτό...κάτι μου θυμίζει εμένα όλο αυτό.


Άμα γειά σου! Λέω κι εγω...Ντάξει είμαι τεράστιος αλλά δεν είμαι και Μετάλλικα(ς). Για να μην μακρυγορώ και ξεφεύγω ας πούμε απλά ότι δεν έχω τόπο ούτε ελπίδα, δεν θα με χάσει καμιά πατρίδα, όμως με τα χέρια μου και την καρδιά μου, φτιάχνω τσαντίρια στα όνειρα μου. Έλα αηδίες...!Ας μου πάρει κάποιος το πληκτρολόγιο από τα χέρια και να μου το φέρει στο κεφάλι μπας και ισιώσω.

Το λοιπόν. Ας ξεκινήσω λέγοντας πως τούτο εδώ το ποστ γράφεται εντελώς λάθος. Και δεν εννοώ συντακτικά ή γραμματικά. Γράφεται εντελώς λάθος χωροχρονικά. Είναι λάθος και ο χρόνος αλλά και το μέρος στο οποίο γράφεται. Αλλιώς το είχα σχεδιάσει, αλλιώς το είχα φανταστεί. Το σωστό ήταν να έχει γραφτεί εδώ και καιρό, αρκετά πριν τις 19 του Δεκέμβρη δηλαδή, -η αλήθεια είναι ότι έγινε απόπειρα να γραφτεί αλλά έμεινε μόνο απόπειρα- και να γραφτεί μέσα στο σπίτι μου. Στη Φουρμουά 14. Ίσως τις τελευταίες μέρες της κατοίκησης μου. Σε ένα άδειο σπίτι χωρίς έπιπλα, γεμάτο αναμνήσεις, καθισμένος στο κρύο πλην φιλόξενο πάτωμα. με το λάπτοπ στην αγκαλιά και περιτρυγιρισμένος από δεκάδες κεριά (και υπό τους ήχους των σειρήνων τις πυροσβεστικής ίσως...).  Αντ' αυτού το γράφω αρκετές μέρες μετά κι αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Φουρμουά, στο σπίτι της μάνας στο χωρίο, στο οποίο ήρθα για να περάσω τα χριστούγεννα με την οικογένεια. Ας όψεται λοιπόν η έλλειψη παρέας και -δόξα τω Ιπτάμενο Μακαρονοτέρας, γκοντ μπλές Σερν- ο ΟΤΕ που μας ενώνει και φέρνει το ίντερνετς ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της ελλάδας, αλλιώς θα διαβάζατε αυτό το άρθρο του Αγίου Πούτσου. Η μίζερη πραγματικότητα, λοιπόν, για άλλη μια φορά ήρθε και μ' έβαλε στη θέση μου, δυστυχώς. Ας ξεκινήσω λοιπόν αντίστροφα, από το τέλος, για να το γλυκάνω στη συνέχεια. 

Οι τελευταίες μέρες μου στην Φουρμουά ήταν μία κόλαση. Χαίρομαι που πέρασαν κι εύχομαι να μην γυρίσουν ποτέ. Φαντάζομαι, λίγο πολύ, οι περισσότεροι από εσάς έχουν βιώσει μια μετακόμιση. Ίσως και περισσότερες. Αν ισχύει αυτό, θα μπορέσετε να με καταλάβετε. Θα πω μόνο το εξής: Οι μετακομίσεις θα έπρεπε να απαγορεύονται δια νόμου. Τέλος! Η κούραση, τόσο η σωματική αλλά κυρίως η πνευματική, είναι ανυπέρβλητη. Και δεν λέω ότι θα έπρεπε να μένουμε σε ένα μέρος για όλη μας τη ζωή. Λέω ότι η διαδικασία του να μετακινούμαστε από ένα τόπο διαμονής σε έναν άλλο θα έπρεπε να είναι πιο αναλγητική, αναίμακτη. Ή για να το κάνουμε λίγο πιο ρεαλιστικό, τα πράγματα θα έπρεπε να έχουν ως εξής: Οι άνθρωποι να μην έχουν στην ιδιοκτησία τους έπιπλα, οικιακές συσκευές και λοιπές μαλακίες που σε "βαραίνουν" και σε καθιστούν δυσκίνητο. Θα έπρεπε να είμαστε όλοι ευκίνητοι, να ταξιδεύουμε "ελαφριά" μέχρι τη στιγμή που θα κατασταλάζαμε σε μια μόνιμη κατοικία, ιδανικά με το άλλο μας μισό, οπού τότε θα αγοράζαμε τα υπάρχοντα μας, θα τα χώναμε στο σπίτι μας και δεν θα κουνιόμασταν ποτέ από κει μέσα. Και μην ακούσω αηδίες για χωρισμούς και διαζύγια. Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να χωρίζουν, ή για να το πω αλλιώς δεν θα έπρεπε να παντρεύονται παρά μόνο αν έχουν βρει τον άνθρωπο της ζωής τους, πράγμα που σημαίνει πως δεν υπάρχει λόγος να τον χωρίσουν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. 

Έτσι που λέτε. 4 μέρες επίπονου και ψυχοφθόρου κουβαλήματος απείρων πραγμάτων (είμαι και με ανοιχτοχέρης πανάθεμα με), πολλών από τα οποία αγνοούσα την ύπαρξη, κατά τις οποίες πόνεσε το κορμάκι μου με τρόπους και σε σημεία που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μπορεί να πονέσει το ανθρώπινο σώμα. Αλλά κυρίως η απαίσια εκείνη αίσθηση που καταβάλει την ψυχή κι έρχεται και στέκεται σαν βράχος, που συνήθως καταπλακώνει το κογιότ, επάνω στο στήθος και για την οποία παυσίπονα, δυστυχώς, δεν υπάρχουν. Στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω, αν και δεν υπάρχουν λόγια, τους ανθρώπους που με βοήθησαν σε αυτήν την μετακόμιση. Πρώτον απ΄όλους τον Πάνο και τον πατέρα του που κουβαλάει τα πάντα και χωράει τα πάντα σε οποιοδήποτε τύπο οχήματος (και τον μικρό του αδερφό, αν και λούφαρε την περισσότερη ώρα) οι οποίοι πραγματικά με σκλάβωσαν. Τα αδέρφια Πολ τα οποία εκτός από την βοήθεια στην μετακόμιση είναι οι άνθρωποι που θα με φιλοξενήσουν προσωρινά στο θρυλικό Πολόσπιτο, στο οποίο ως γνωστό πάντα έχω ένα κρεβάτι δικό μου κι ας είναι και καναπές. Τέλος την Δημητρούλα που προσέφερε την αποθήκη αλλά και το σπίτι της ως προσωρινή αποθήκη για ορισμένα από τα ατελείωτα πράγματα μου, καθώς και την Μαίρη η οποία αν και δεν είναι ακριβώς φίλη μου -την γνώρισα πρόσφατα- όχι μόνο αγόρασε αρκετά από τα υπάρχοντα μου αλλά μου προσέφερε και την αποθήκη της προσωρινά για τα υπόλοιπα. Χωρίς εσάς δεν θα τα είχα καταφέρει και να πω μόνο το εξής. Φίλοι πραγματικοί είναι αυτοί που έρχονται για κουβάλημα χωρίς καν να τους το ζητήσεις κι όχι αυτοί με τους οποίους βγαίνετε και μεθοκοπάτε μέχρι το πρωί. Ντάξει κάλοι είναι κι αυτοί και απαραίτητοι, αλλά....Αν τώρα οι μεν και οι δε είναι τα ίδια πρόσωπα, ακόμα καλύτερα. Όχι ότι αυτούς που δεν ήρθαν να με βοηθήσουν δεν τους αγαπάω πια. Αλλά εσάς που ήρθατε σας αγαπάω λίγο πιο πολύ. 

Επειδή όμως ήδη το ποστ έχει γίνει παπλωματοθήκη -ούτε καν σεντόνι- κι ακόμα δεν έχω πει αυτό που θέλω, πάμε να το πω για να μου φύγει και μένα η κάψα. Τι είναι λοιπόν η Φουρμουά 14 εκτός από το (πρώην) σπίτι μου για τα τελευταία τρία χρόνια. Λοιπόν βασικά, ήταν...το σπίτι ΜΟΥ, για τα τελευταία 3 χρόνια. Και να ξέρετε. Σπίτι δεν είναι οι 4 τοίχοι, ούτε τα αντικείμενα που έχει μέσα. Είναι και αυτά, αλλά όχι μόνο. Σπίτι είναι οι άνθρωποι που μένουν, μπαινοβγαίνουν και κινούνται μέσα του. Σπίτι είναι οι αναμνήσεις που δημιουργούνται σε στιγμές ανύποπτες κι ύστερα ξεπροβάλλουν χωρίς να το περιμένεις στο μυαλό σου, κοιτάζοντας αυτή τη γωνιά ή αυτόν τον καναπέ. Κι όταν η γωνιά έχει αδειάσει, κι ο καναπές δεν είναι πια εκεί, μένουν μόνο οι αναμνήσεις. Μέχρι να ξεθωριάσουν κι αυτές -αν τους το επιτρέψεις. Το σπίτι αυτό λοιπόν, το έφτιαξα μαζί με την (τότε) κυρία Τρυποκάρυδου. Ήταν το σπιτάκι που θα στέγαζε τον έρωτα μας. Κι όσο κι αν οι πρόσφατες, οι τωρινές και οι μελλοντικές κυρίες Τρυποκαριδίνες θα πληγωθούν ή θα απογοητευτούν από αυτήν την δήλωση (τι να κάνουμε κορίτσια; ψέμματα να πω; αφού έτσι έχουν τα πράγματα. Άλλωστε ακόμα ελεύθερος είμαι, κάποια από εσάς θα έχει την ευκαιρία να φτιάξει μαζί μου τη δικιά της φωλιά), η συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει αυτό το σπίτι και εναποτίθεται στους ώμους μου, είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλη. Ότι είχε αγοραστεί για να επιπλώσει αυτό το σπίτι, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο είχε κάτι από εκείνη. Ύστερα η κυρία Τρυποκάρυδου έφυγε από την φωλιά μας, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (εγώ έκανα την μαλακία, αφήστε, μην τα ρωτάτε) κι ο Τρυποκάρυδος έμεινε μόνος του. Ακόμα περισσότερες συναισθηματικές αποσκευές στην πλάτη. Και τέλος, οι φίλοι, οι στιγμές με τους φίλους, τα πάρτυ και οι βραδιές επιτραπεζίων, τα γεύματα και τα δείπνα, τα ξενύχτια, τα πάντα όλα. Πως να τα αφήσεις όλα αυτά; Πως να τα πακετάρεις σε κούτες και να τα φορτώσεις σε ένα φορτηγό, ή να τα αφήσεις σε μια σκοτεινή και υγρή αποθήκη να σαπίσουν; Δεν γίνεται. Απλά δεν γίνεται....

Έτσι τις τελευταίες βδομάδες, ήθελα να μένω μες στο σπίτι όσο πιο πολύ γίνεται. Να ρουφήξω όση πιο πολύ από την ενέργεια του ήταν δυνατόν. Να το αποστηθίσω, να βγάλω όσες περισσότερες νοητικές φωτογραφίες γίνεται. Άλλη μεγάλη μαλακία αυτές οι νοητικές φωτογραφίες. Συμβουλή και κατάρα σας δίνω. Να βγάζετε αληθινές φωτογραφίες. Πολλές. Και να τις φυλάτε. Κι όταν κάποια στιγμή μετά από καιρό τις βρίσκετε σε ένα φάκελο του πισιού ξεχασμένες και τις κοιτάτε θα θυμηθείτε τον Τρυποκάρυδο και τα σοφά του λόγια. Το μυαλό -τουλάχιστον το δικό μου, δεν ξέρω για το δικό σας- είναι αδύναμο και η RAM του πολύ μικρή. Γι'αυτό να βγάζετε φωτογραφίες από μέρη και πρόσωπα που αγαπάτε. Γι'αυτό λοιπόν και ήθελα να γράψω εκεί, στη Φουρμουά, αυτό το πόστ. Η ζωή όμως, όπως είπαμε με πρόλαβε και η οδυνηρή μετακόμιση δεν μου άφησε ούτε τον χώρο, ούτε τον χρόνο για να το κάνω. Οι πύλες της Φουρμουά 14 έκλεισαν για πάντα, σφραγίζοντας πίσω τους τις ευχάριστες (και μερικές δυσάρεστες, μες στο παιχνίδι είναι κι αυτές) αναμνήσεις τριών χρόνων. Δεν πειράζει όμως. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Το άρθρο αυτό λοιπόν αφιερώνεται στο θρυλικό διαμέρισμα-σοφίτα της οδούς Φουρμουά 14 στις Βρυξέλλες και στους ανθρώπους που πέρασαν από αυτό και για τον έναν ή τον άλλο λόγο, του έδωσαν μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση στην καρδιά τους. Αντίο σπιτάκι...

ΥΓ: Τα δάκρυα που αδυνατούσα να χύσω, λόγω κούρασης και καταπόνησης, πριν μερικές μέρες στην άδεια Φουρμουά, επιτέλους ήρθαν...



2 comments:

  1. σταδγιαλα συγκινηθηκα η γαιδουρα σνιφ κλαψ μπουχου....
    Αργησες αλλα...εγραψες μ αυτο που εγραψες(χριστε μου τι εχω πιει παλι)!

    ReplyDelete
  2. α ρε σκουπιδι..με συγκινησες παλι..

    ReplyDelete